Τρίτη 6 Μαρτίου 2012

Ασπίδα προστασίας στα κυκλώματα Αρχαιοκαπηλίας





O Κώστας Χαρδαβέλας, είχε πρόσφατα στο περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ
ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο σχετικά με την αρχαιοκαπηλία με αφορμή την κλοπή στην Αρχαία Ολυμπία αλλά και τις πρόσφατες συλλήψεις του κυκλώματος των αρχαιοκαπήλων. Τέσσερις σελίδες αφιερωμένες στον αείμνηστο Γιώργο Γληγόρη και τη δράση του τμήματος Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της ΕΛ.ΑΣ, του οποίου ήταν επικεφαλής. Σας το παραθέτουμε μια και πλησιάζει και ο χρόνος που ο Γιώργος Γληγόρης χάθηκε τόσο άδικα.



    Η «εκλεκτή κοινωνία», οι πολιτικές πιέσεις

και ο νεκρός αστυνομικός διοικητής



Η αποκάλυψη κυκλώματος «εκλεκτών» πολιτών της ελληνικής ελίτ που οικειοποιούνται και διακινούν παρανόμως αρχαιολογικούς θησαυρούς σε συνεργασία με διεθνή κυκλώματα αρχαιοκαπήλων που λεηλατούν αρχαιοελληνικά μνημεία – αγάλματα, προτομές, αγγεία κλπ- θα προκαλούσε σεισμό μεγατόνων εντός και εκτός Ελλάδας. Ακριβώς τη στιγμή, όμως, που ο σημαντικότερος Έλληνας διώκτης αρχαιοκαπήλων ήταν έτοιμος να ξεσκεπάσει τη δράση τους, οι «υπεράνω υποψίας» αρχαιοκάπηλοι, με τη βοήθεια μελών της πολιτικής σκηνής της χώρας, τον έστειλαν…σπίτι του.!

Οι πρόσφατες δηλώσεις «αγανάκτησης» και «ευθιξίας» από σύσσωμο τον πολιτικό κόσμο μετά τη μεγάλη ληστεία στο Μουσείο της Ολυμπίας φαντάζουν τουλάχιστον υποκριτικές για όσους γνωρίζουν τη σκοτεινή υπόθεση παροπλισμού του Γιώργου Γληγόρη, επί έξι χρόνια προϊσταμένου του τμήματος Δίωξης αρχαιοκαπηλίας της Ασφάλειας Αττικής, με τεράστιες επιτυχίες στο ενεργητικό του.

Ήταν ο άνθρωπος που οδήγησε τις διωκτικές αρχές στον εντοπισμό του κυκλώματος αρχαιοκαπηλίας στη Σχοινούσα, και ήταν έτοιμος να προχωρήσει στην αποκάλυψη ενός ακόμη μεγαλύτερου δικτύου, στο οποίο συμμετείχαν πολίτες «υπεράνω πάσης υποψίας». Δεν τον άφησαν όμως, καθώς στα μισά της έρευνας πήρε… μετάθεση για την Λευκάδα, όπου έξι μήνες αργότερα έχασε τη ζωή του σε τροχαίο!

Η βίαιη και αναίτια απομάκρυνση του Γληγόρη από τη Διεύθυνση της Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της ΕΛ.ΑΣ δημιούργησε τεράστιο κενό, καθώς ανάγκασε τους ικανούς διαδόχους του να ξαναρχίσουν από το μηδέν- χάνοντας, ουσιαστικά, το πολύτιμο δίκτυο πληροφοριοδοτών που είχε καταφέρει να στήσει ο αστυνόμος με παρακλάδια σε ολόκληρο τον κόσμο. Ένα δίκτυο που θα μπορούσε λισως να έχει οδηγήσει στον αποτροπή της μεγάλης κλοπής στην Αρχαία Ολυμπία.

Ποιοι και γιατί, όμως, φρόντισαν να «παροπλίσουν» τον Γιώργο Γληγόρη; Αν η Ελληνική πολιτεία έχει πραγματικά τη θέληση να πατάξει την αρχαιοκαπηλία στην Ελλάδα, δεν είναι αργά, έστω και σήμερα, να αφήσει τις υποκριτικές κραυγές και να προχωρήσει σε άνοιγμα τόσο του φακέλου «Σχοινούσα» – που έχει ολότελα ξεχαστεί (;) σε κάποιο συρτάρι- όσο και της υπόθεσης «μετάθεσης του Γιώργου Γληγόρη».

Ποια ήταν η μεγάλη ιστορία αρχαιοκαπηλίας που χειριζόταν ο αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ από το καλοκαίρι του 2006 μέχρι τον Αύγουστο του 2008, οπότε και απομακρύνθηκε κατεπειγόντως από τη θέση του; Ποιοι πολίτες «υπεράνω υποψίας» και, όπως αποδεικνύεται, «υπεράνω νόμου» εμπλέκονταν σε αυτή; Ποιους ενόχλησε και έπρεπε να σταματήσει το επιτυχές εξαετές έργο του; Ποια πολιτικά πρόσωπα κρύβονται πίσω από τη μετάθεσή του, που ανάγκασε το τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας να ξαναγυρίσει στο μηδέν και να ξεκινήσει από την αρχή το τιτάνιο έργο του;

Η ιστορία που ακολουθεί έχει όλα τα στοιχεία ενός συναρπαστικού αστυνομικού θρίλερ, αλλά είναι πέρα για πέρα αληθινή και συνέβη –που αλλού;-στην Ελλάδα!



Η Σχοινούσα το μουσείο Γκετί

Και η μοιραία μετάθεση



Απρίλιος 2006, Σχοινούσα. Το τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, έπειτα από πολύμηνες έρευνες, καταφέρνει ένα από τα μεγαλύτερα «χτυπήματα» στην πάταξη της αρχαιοκαπηλίας στην Ελλάδα. Δεκάδες αρχαία αντικείμενα εντοπίζονται σε βίλα της Σχοινούσας, η οποία, αν και φέρεται να ανήκει σε offshore εταιρεία με έδρα τον Παναμά, είναι ιδιοκτησία γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας.

Η έρευνα του τμήματος Αρχαιοκαπηλίας της ΕΛ.ΑΣ, υπό την επίβλεψη του εισαγγελέα, Ιωάννη Διώτη, δείχνει ότι στην υπόθεση εμπλέκονται γνωστοί έμποροι αρχαιοτήτων και προμηθευτές μεγάλων μουσείων , η πρώην έφορος αρχαιοτήτων του μουσείου Γκετί και υπόδικη στη Ρώμη για αρχαιοκαπηλία, ενώ εγείρονται ερωτήματα για το ρόλο μεγάλων οίκων δημοπρασιών και γνωστών μουσείων ανά τον κόσμο.

Ένα διεθνές κύκλωμα με 35ετή δράση, αγοραπωλησίες, με τη συμμετοχή πάμπλουτων συλλεκτών της υψηλής κοινωνίας, «ύποπτες»δημοπρασίες σε γνωστούς οίκους του εξωτερικού και τζίρο εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ ήταν τα βασικά κομμάτια του πάζλ. «Μπροστάρης» στην επιχείρηση αποκάλυψής τους ένας Έλληνας αστυνομικός: Ο Γιώργος Γληγόρης, προϊστάμενος του τμήματος Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας της Ασφάλειας Αττικής.

Συμμετέχοντας και ο ίδιος στις εφόδους που είχαν ξεκινήσει από τη βίλα της εφοπλιστικής οικογένειας στο Παλαιό Ψυχικό είχαν συνεχιστεί στην εξοχική κατοικία της Μάριον Τρου στην Πάρο και είχαν επιτυχώς ολοκληρωθεί με την έφοδο στη Σχοινούσα, ο Γληγόρης ήταν ο άνθρωπος, που σύμφωνα με τα διεθνή μέσα ενημέρωσης, είχε καταφέρει να εντοπίσει «την αρχή του νήματος σε ένα κουβάρι αρχαιοκαπηλίας» που θα οδηγούσε σε πρόσωπα και Οργανισμούς «υπεράνω υποψίας».

Μόνο που η Ελληνική πολιτεία είχε άλλη γνώμη: Ακριβώς τη στιγμή που το Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας ήταν έτοιμο να…εκτοξευτεί, αποφάσισε εντελώς αιφνιδιαστικά την απομάκρυνση του προϊσταμένου του από το τιμόνι της υπηρεσίας! Ο Γιώργος Γληγόρης, ενώ συνέχιζε την έρευνα για το Διεθνές δίκτυο αρχαιοκαπήλων που είχε ξεσκεπαστεί με αφορμή την επιτυχία στη Σχοινούσα, πήρε εντολή μετάθεσης για την Ασφάλεια Λευκάδας!

Το έργο του διεκόπη βιαίως και από ένα τραγικό παιχνίδι της μοίρας: Λίγους μήνες μετά άφησε την τελευταία του πνοή σε ένα πολύνεκρο τροχαίο στη Λευκάδα, οι συνθήκες του οποίου δε διευκρινίστηκαν ποτέ. Παρέμειναν στο σκοτάδι, όπως ακριβώς και οι λόγοι που οδήγησαν στη μοιραία μετάθεση…



Ποιος ήταν

Ο Γιώργος Γληγόρης   



Ο αστυνομικός Α’ Γιώργος Γληγόρης ανέλαβε τη Διεύθυνση του τμήματος Διώξης Αρχαιοκαπηλίας το 2002, σε ηλικία 39 ετών. Όσοι είχαν την ευκαιρία να συνεργαστούν μαζί του θυμούνται πως από την πρώτη κιόλας εβδομάδα της θητείας του έδειξε αποφασισμένος να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, κυρίως στο θέμα του επαναπατρισμού αρχαιοτήτων από μουσεία και συλλογές του εξωτερικού.

Με τον Γληγόρη επικεφαλής το τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας κατάφερε να φτάσει σε πρωτοφανείς για την Ελληνική Αστυνομία επιτυχίες, να εντοπίσει κλεμμένες αρχαιότητες, να αποτρέψει τη διαφυγή άλλων στο εξωτερικό και να «επαναπατρίσει» αρχαιολογικούς θησαυρούς που επί δεκαετίες βρίσκονταν σε μεγάλα μουσεία της Αμερικής και της Ευρώπης! Και όλα αυτά με μηδενική βοήθεια από πλευράς Πολιτείας.

Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους: Στο Τμήμα Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας Αττικής είναι «χρεωμένοι» είκοσι πέντε αστυνομικοί. Στην πράξη , η ομάδα δεν ξεπερνά ποτέ τα δεκαεννέα άτομα –στην καλύτερη περίπτωση- όταν σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις τα αντίστοιχα τμήματα αριθμούν από εξήντα έως και τριακόσια άτομα ανά περιοχή!

Από την πρώτη σχεδόν ημέρα της θητείας του, για το Γιώργο Γληγόρη το ζήτημα των Ελληνικών αρχαιοτήτων που επί δεκατέσσερα χρόνια αρνιόταν να μας επιστρέψει το αμερικανικό μουσείο Γκετί ληταν ένα από τα μεγάλα στοιχήματα. Ένα στοίχημα που όχι μόνο κερδίσθηκε, αλλά για πολλούς ήταν εκείνο που οδήγησε και στη «φλέβα χρυσού» της Σχοινούσας!

Τότε τα ξένε δίκτυα ενημέρωσης έκαναν λόγο για την «αποκάλυψη ενός σημαντικού κρίκου στην αλυσίδα του διεθνούς κυκλώματος αρχαιοκαπηλίας και του παγκόσμιου οργανωμένου εγκλήματος»!



Ποιοι και γιατί ήθελαν

Να σταματήσει η δράση του Γληγόρη



Η ανακάλυψη των αρχαιοτήτων στη Σχοινούσα το 2006 είχε ένα ακόμη όφελος: Οι άνθρωποι άρχισαν να μιλούν και να καταγγέλλουν πιο εύκολα! Από το καλοκαίρι του 2006 κι έπειτα το Τμήμα Δίωξης  Αρχαιοκαπηλίας και ο Γιώργος Γληγόρης γίνονται παραλήπτες δεκάδων πληροφοριών για «ύποπτες» ελληνικές αρχαιότητες που βρίσκονται σε μεγάλα μουσεία του εξωτερικού ή σε ιδιωτικές συλλογές ανθρώπων που ανήκουν στην λεγόμενη ελίτ Αμερικής και Ευρώπης. Πολλά από τα στοιχεία αυτά εμπλέκουν και Έλληνες «υπεράνω υποψίας». Ο αστυνόμος και οι συνεργάτες του δε δείχνουν να πτοούνται από τα «τρανταχτά» ονόματα και συνεχίζουν να κάνουν τη δουλειά τους, παρά τα μεγάλα «εσωτερικά» προβλήματα.

Η ομάδα των «δώδεκα» που έφτασε στην επιτυχία της Σχοινούσας το καλοκαίρι του 2007 αριθμοί μόλις οχτώ αστυνομικούς που καλούνται να αντιμετωπίσουν τη διαρκώς αυξανόμενη παράνομη διακίνηση των ελληνικών πολιτιστικών θησαυρών. Και το εντυπωσιακό είναι πως τα καταφέρνουν!

Οι συνάδελφοί τους συνηθίζουν να τους αποκαλούν «μονομάχους» κι εκείνοι, αξιοποιώντας με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τις δεκάδες πληροφορίες που καταφθάνουν στο Τμήμα τους, εντοπίζουν ένα ακόμη μεγάλο κύκλωμα παράνομης κατοχής και διακίνησης αρχαιοτήτων. Τα στοιχεία τους οδηγούν σε συμμετοχή ανθρώπων με διασυνδέσεις σε υψηλά κλιμάκια εξουσίας εντός και εκτός Ελλάδας , που έχουν μάθει να είναι πάνω από το νόμο. Τα «ψάρια» που έχει πιάσει ο Γληγόρης είναι πολύ μεγάλα για να παγιδευτούν στα δίχτυα του!

Κάπου εκεί έρχεται και η «ανταμοιβή» στον Γιώργο Γληγόρη από την ελληνική Πολιτεία για την προσφορά του. Με τη –γνωστή- μέθοδο της «αναβάθμισης», εντελώς αιφνιδιαστικά απομακρύνεται από τη Δίωξη αρχαιοκαπηλίας και μετατίθεται στην Ασφάλεια Λευκάδας , προτού προλάβει να ολοκληρώσει τις μεγάλες υποθέσεις που βρίσκονταν σε εξέλιξη!

Με την απομάκρυνση του Γληγόρη από τη Δίωξη Αρχαιοκαπηλίας Αττικής, ένα πολυετές έργο διεκόπη βάναυσα, ενώ το τεράστιο δίκτυο πληροφοριών που είχε καταφέρει να στήσει σε ολόκληρο τον κόσμο χάθηκε δια παντός, αφού οι σχέσεις αυτές απαιτούν χρόνια προσπάθειας και προσωπικής  επικοινωνίας για να δημιουργηθούν. Η υπόθεση «αρχαιοκαπηλία για την Ελλάδα» μηδενίστηκε και ξεκίνησε πάλι από την αρχή, ακριβώς τη στιγμή που ετοιμαζόταν να «απογειωθεί».

Είναι σαφές πως οι πρωτοβουλίες που έπαιρνε ο Γληγόρης , καθώς και ο διεθνής αντίκτυπος της δράσης του τρόμαξαν πολλούς. Οι υποθέσεις αρχαιοκαπηλίας που έφτασαν στα χέρια του μετά την υπόθεση στη Σχοινούσα ήταν προφανώς η αρχή του τέλους…



Αναπάντητες οι καταγγελίες

 για την «μετάθεση»

Στην κηδεία του Γληγόρη, το 2009 ο φίλος και συνεργάτης του, επίσημος αρχηγός της ΕΛ.ΑΣ., αντιστράτηγος Γιώργος Αγγελάκος, εκφώνησε έναν επικήδειο που δημιούργησε χιλιάδες ερωτήματα, τα οποία ουδέποτε απαντήθηκαν: «Κι ενώ όλα δούλευαν ρολόι, πέρυσι σαν κεραυνός ήρθε η είδηση της μετάθεσής σου. Δια της μεθόδου της δήθεν αναβάθμισης σε πήραν από το τμήμα δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, την υπηρεσία που έδωσες το αίμα σου. Δεν άντεξες και ήθελες να φύγεις από την ΕΛ.ΑΣ., αλλά δεν σε άφησα. Είπες πως αν έμενες στην αστυνομία ήθελες να πας στην Λευκάδα και το δέχτηκα. Που να ήξερα αυτό που θα συνέβαινε…Αν ήξερα δεν θα σε άφηνα ποτέ….»

Στο ίδιο κλίμα είχε κινηθεί και ο σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων, ο οποίος απαιτούσε την πλήρη διευκρίνηση των συνθηκών  απομάκρυνσης του από την δίωξη αρχαιοκαπηλίας: «Είχε πάντα την τόλμη να αντιπαρατίθεται σε ανθρώπους ισχυρούς προκειμένου να πράξει το καθήκον του. Η στάση αυτή ενόχλησε ορισμένους οι οποίοι προφανώς μεθόδευσαν την απομάκρυνσή του τον Αύγουστο του 2008. Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων απαιτεί να διευκρινιστούν πλήρως οι συνθήκες απομάκρυνσής του από τη θέση του στο μέσο μιας ευδόκιμης και άκρως επιτυχούς θητείας» ανέφερε.



Το τραγικό τροχαίο

που του στοίχησε τη ζωή

 

 Δυστυχώς, αυτά που συνόδευσαν τη μετάθεσή του Γληγόρη στη Λευκάδα είναι ακόμα πιο τραγικά, αφού οδήγησαν στον θάνατο όχι μόνο τον ίδιο αλλά και μια ολόκληρη οικογένεια, που κυριολεκτικά ξεκληρίστηκε.

Ήταν 28 Φεβρουαρίου του 2009, όταν το υπηρεσιακό του αυτοκίνητο της Ασφάλειας Λευκάδος συγκρούστηκε με Ι.Χ., στο οποίο επέβαιναν η μητέρα, ο πατέρας, ο θείος και η γιαγιά ενός ναύτη, που πήγαιναν οδικώς από την Κέρκυρα στον Πόρο για να παρευρεθούν την επόμενη μέρα στην ορκωμοσία του. Από τις άμορφες μάζες ανασύρθηκαν νεκρά και τα τέσσερα μέλη της οικογένειας, ενώ ο Γληγόρης μεταφέρθηκε με σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις στο νοσοκομείο της Άρτας, όπου άφησε την τελευταία του πνοή στις 13 Μαρτίου του 2009, σε ηλικία 46 ετών.

Για τις συνθήκες του δυστυχήματος που οδήγησε στο θάνατο πέντε ανθρώπους και, κυρίως , για τις πιθανές ευθύνες του Γληγόρη ακούστηκαν και γράφτηκαν πολλά. Οι καταγγελίες που έγιναν από την τοπική κοινωνία δεν διερευνήθηκαν ποτέ.

Η υπόθεση «Σχοινούσα» κόλλησε σε γραφείο

    Η υπόθεση αρχαιοκαπηλίας στη Σχοινούσα πέρα από την μεγαλύτερη επιτυχία του Τμήματος Δίωξης Αρχαιοκαπηλίας, θα μπορούσε, σύμφωνα με δηλώσεις εισαγγελικών κύκλων «να εξελιχθεί στη μεγαλύτερη επιτυχία εισαγγελικού κλάδου των τελευταίων ετών»

Τι έγινε στην πράξη; Το Νοέμβριο του 2006, οχτώ μήνες μετά την επιχείρηση στη Σχοινούσα, η εισαγγελέας πρωτοδικών Ελένη Ράικου είχε ασκήσει ποινική δίωξη σε βαθμό κακουργήματος για την υπόθεση αρχαιοκαπηλίας κατά των αδελφών Αλέξανδρου, Αγγελικής  και Δημητρίου Παπαδημητρίου, καθώς εκατόν πενήντα δύο αρχαία αντικείμενα, η αξία των οποίων είχε εκτιμηθεί στο 1 εκατ. ευρώ, είχαν βρεθεί σε κατοικίες της εφοπλιστικής οικογένειας τόσο στη Σχοινούσα όσο και στο Ψυχικό.

Η πλευρά των κατηγορουμένων είχε υποστηρίξει πως τα αντικείμενα τα είχαν στην ιδιοκτησία τους από τον πατέρα τους αλλά και από τον αδελφό της κατηγορουμένης Δέσποινας Παπαδημητρίου και έμπορο αρχαιοτήτων, Χρήστο Μιχαηλίδη – δεν είναι εν ζωή- το όνομα του οποίου είχε εμπλακεί και στο σκάνδαλο του μουσείου Γκετί. Η υπόθεση είχε ανατεθεί σε τακτικό ανακριτή, είχαν γίνει γνωστές δηλώσεις για «άπλετο φως» και «μαχαίρι που θα έφτανε στο κόκαλο», και έκτοτε… σιωπή!

Αναδημοσίευση απο το http://www.lefkadapress.gr/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου